Module Archived Articles

Αξιολόγηση Χρήστη:  / 1
ΧειρότεροΚαλύτερο 
 
Το Πετρωτό είναι ένα ορεινό χωριό, χτισμένο σε υψόμετρο650 μ., στους πρόποδες του βουνού Κασιδιάρη ύψους1000 μ., έχει πληθυσμό σήμερα 400 κατοίκους περίπου και απλώνεται σε μια έκταση 500 στρεμμάτων. Η έκταση των διοικητικών ορίων του χωριού είναι 40.000 στρέμματα, εκ των οποίων τα 16.500 στρέμματα είναι καλλιεργήσιμα και τα υπόλοιπα βοσκοτόπια.
Η περιοχή είναι ορεινή και ημιορεινή. Οι κάτοικοι ασχολούνταν και ασχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Σήμερα υπάρχουν 2.000 γιδοπρόβατα και 250 γελάδια περίπου. Πριν το 1990 υπήρχαν 10.000 γιδοπρόβατα και 1.000 γελάδια, ενώ πριν το 1950, προπολεμικά, υπήρχαν 16.000 γιδοπρόβατα, 2.000 γελάδια και 1.000 άλογα.
 
Το πετρωτό φημίζεται για το βούτυρο και το κατσίκι του.
 
Οι περισσότεροι κτηνοτρόφοι ρόιαζαν τα κοπάδια τους την άνοιξη. Δηλαδή πλήρωναν έναν τσοπάνο για τη φύλαξη πολλών κοπαδιών μαζί, είτε ήταν πρόβατα είτε γίδια, αγελάδες, βόδια, άλογα. Πριν ή μετά το Πάσχα τα χώριζαν σε γαλάρια και στέρφα, και τα ένωναν με άλλα κοπάδια. Τα γαλάρια τα έπαιρνε ο καλός τσοπάνος και ο καλός στο άρμεγμα.
 
Το ρόιασμα ξεκινούσε τον Απρίλιο με τη γιορτή του Αγίου Γεωργίου και τέλειωνε τον Οκτώβριο του Αγίου Δημητρίου. Τις αγελάδες τις ρόιαζαν όλο το χρόνο. Για τα βόδια που χρησιμοποιούσαν για το όργωμα είχαν ξεχωριστό τσοπάνο και συγκεντρώνονταν κοντά στο χωριό – οικισμό Κιτίκι. Μέχρι το 1954 έκαναν κολγιά και με τα βόδια εκτός από τα άλογα δηλ. έδινε ένα βόδι ο ένας και ένα βόδι ο άλλος, για το ζευγάρι του οργώματος.
 
Υπήρχε και κοπάδι με άλογα που ρόιαζαν, αλλά έμεναν στον Αϊ-Λιά  και ερχόταν στην πέτρινη βρύση Τσατμαλά που χτίστηκε επί Τουρκοκρατίας, πριν 400 χρόνια, μόνο για να πιούν νερό. Αυτά τα άλογα τα είχαν για το αλώνισμα των σιτηρών. Τα φύλαγε συνήθως τσοπάνος που πληρωνόταν ή με τη σειρά, και αυτό λεγόταν Βαλμαριό. Ποιος έχει Βαλμαριό, έλεγαν και αυτός που τα φίλαγε λεγόταν Βαλμάς.
 
Το χειμώνα , μόνο σε βαριά χιόνια, κατέβαιναν στο χωριό μόνα τους. Το καλοκαίρι τα πετάλωναν για το αλώνισμα. Όποιος δεν είχε άλογα πλήρωνε άλλον για το αλώνι. Με αυτό τον τρόπο διευκολύνονται οι κάτοικοι για να κάνουν και τις γεωργικές  δουλειές δηλ. θέρισμα με το δρεπάνι, αλώνισμα με τα άλογα, όργωμα με τα βόδια και τα άλογα κλπ.
 
Οι περιοχές, ο Μεριάς που είναι στην είσοδο του χωριού και η Τσατμαλά που είναι βόρεια του χωριού, ήταν γεμάτες τσαρδάκια και στρούγκες. Τα Τσαρδάκια (μεγάλα υπόστεγα) πρόσφεραν σκιά, όπου εκεί ξεκουράζονταν και κοιμούνταν τα ζώα- στάλιζαν όπως το έλεγαν οι παλιοί και ιδιαίτερα τα μεσημέρια του καλοκαιριού.
 
Στην περιοχή της Τσατμαλά στάλιζαν συνήθως τα πρόβατα, στη θερμασόβρυση τα γίδια και στο γελαδόγρεκο τα γελάδια. Υπήρχαν κι άλλες τοποθεσίες όπου τα πήγαιναν κατά Μαχαλάδες. Τέτοιες ήταν τα Παλιοκοπράκια, δεξιά του Αϊ-Λια με πηγή νερού και τα Τραγόγρεκα. Στην Τσατμαλά εκτός από τη βρύση, υπάρχει το δάσος του Αϊ-Γιώργη με το εξωκλήσι και ένας μεγάλος πλάτανος ηλικίας 300 χρονών.
 
Για τον πλάτανο δημιουργήθηκαν θρύλοι και παραδόσεις με νεράιδες που χόρευαν το βράδυ και φαίνονταν τα πατήματα το πρωί. Πολλοί είδαν τον Αϊ-Γιώργη καβάλα σε άσπρο άλογο, που εμφανίζονταν και χάνονταν ξαφνικά. Τον θεωρούν προστάτη του δάσους και κανένας δεν τολμούσε να κόψει ξύλα.
 
Στην Τουρκόβρυση, τη Διασέλα και το Μισοβούνι έγιναν φονικές μάχες με τους Τούρκους και το στρατό μας στον ατυχή πόλεμο του 1897.
 
Τέλος Απριλίου γινόταν ένα μικρό – ελαφρύ κούρεμα των ζώων, το γνωστό κολούκρισμα. Κούρευαν το μαλλί γύρω από τον κώλο του ζώου και λίγο στα πίσω πόδια του, ώστε να είναι καθαρή η περιοχή των μαστών για το άρμεγμα και να αερίζεται το ζώο.
 
Τέλος Μαΐου άρχιζε ο κούρος στα πρόβατα και τα γίδια λόγω ζέστης. Το κούρεμα γινόταν σε ολόκληρο το ζώο, με το κουροψάλιδο, στις κουρεύτρες. Οι κουρεύτρες ήταν ξύλινες φούρκες, διχάλες όπου έβαζαν εκεί το κεφάλι του ζώου για να είναι ακίνητο στο κούρεμα. Το μαλλί που έπαιρναν το αξιοποιούσαν για τα υφαντά στον αργαλειό ή το πουλούσαν. Πρώτα το καθάριζαν και το άνοιγαν, το έξαιναν όπως έλεγαν. Στα Φάρσαλα στο λανάρι γινόταν η επεξεργασία, τλούπα το έλεγαν δηλ. μαλακό μαλλί και μετά το έγνεθαν στη ρόκα μετατρέποντάς το σε νήμα, λεπτό ή χοντρό κι αν ήθελαν το έβαφαν σε διάφορα χρώματα. Τέλος το ύφαιναν στον αργαλειό όπου έφτιαχναν φλοκάτες, χράμια, πατίκια, τροβάδες, ρούχα κλπ ή το έπλεκαν (κάλτσες, πουλόβερ).
 
Στη στρούγκα γινόταν το άρμεγμα των γαλάριων ζώων στα καρδάρια. Η στρούγκα ήταν κυκλικός περιφραγμένος χώρος με ξύλα κι ένα μικρό άνοιγμα σ’ ένα σημείο, όπου κάθονταν σε στρουγκόλιθα ο τσοπάνος και κάποιος από τα κοπάδια και περνούσαν ένα-ένα ζώο για να τα αρμέξουν και να πάρουν το γάλα τους.
 
Το γάλα το μετέφεραν παλιά με τα ξύλινα καρδάρια οι γυναίκες και το κρατούσαν πάνω στο κεφάλι τους. Το γάλα το έπαιρναν με τη σειρά τα κοπάδια και ανάλογα με τον αριθμό των ζώων που είχαν. Το γάλα το πουλούσαν σε έμπορο γάλακτος, το Γαλατά όπως τον έλεγαν ή το έπηζαν τυρί ή το έφτιαχναν βούτυρο και τα πουλούσαν στα Φάρσαλα.
 
Για να φτιάξουν το τυρί, έβαζαν το γάλα σ΄ ένα καζάνι και έριχναν μέσα την πητιά  δηλαδή τη σκόνη που έλιωναν σε ένα μικρό κατσαρολάκι, το κουτλί. Σκέπαζαν με μάλλινα υφάσματα το καζάνι για 1 ώρα περίπου και το γάλα έπηζε. Με τον πλάστη έκαναν ένα σταυρό στο καζάνι, κόβοντάς το. Στη συνέχεια το έκοβαν σε  μικρά κομμάτια για να βγει το τυρόγαλο, το οποίο αφαιρούσαν από το καζάνι. Μετά έβαζαν το τυρί που ήταν μαλακό στις τσαντήλες, τις έδεναν σφιχτά και σχηματίζονταν μια μπάλα. Κρεμούσαν τις τσαντήλες για να στραγγίσουν από το πρωί μέχρι το απόγευμα. Όταν το έβγαζαν από τις τσαντήλες, το έκοβαν σφήνες (μικρά κομμάτια) σε ένα ταψί, το αλάτιζαν σε ξύλινα καρδάρια και το έβαζαν προσωρινά σε μια κοντή κάδη, την κοντόκαδη.
 
Σε μια εβδομάδα μόλις συγκεντρωνόταν αρκετή ποσότητα, το έβαζαν σε ξύλινα βαρέλια με γάρο (τυρόγαλο με αλάτι ) και το έκλειναν. Το τυρόγαλο το έβραζαν στο καζάνι και έβγαζαν τη μυζήθρα. Έβγαινε στην επιφάνεια και τη μάζευαν με μια τρυπητή κουτάλα.  
Φημισμένο ήταν και το βούτυρο Πετρωτού. Το βούτυρο γινόταν  ως εξής : Κοπάνιζαν το γάλα δηλ. το χτυπούσαν με τον κόφτη σε μια ξύλινη κάδη, την κοπανόκαδη. Το βούτυρο έβγαινε στην επιφάνεια και το μάζευαν.  Αυτό που έμεινε από το βούτυρο, γινόταν ξινόγαλο και το έπιναν. Αν δεν το ήθελαν ως ξινόγαλο, το έβραζαν στο καζάνι κι έπαιρναν το κλωτσοτύρι όπως το έλεγαν το  γνωστό ξινοτύρι.
 
Σήμερα δεν φτιάχνουν και δεν πουλούν βούτυρο. Έχουν μείνει λίγα ζώα και είναι τυχεροί όσοι προμηθεύονται κρέατα Πετρωτού, ιδιαίτερα κατσίκι και μοσχάρι.
 
Κώστας Τσιαλαφούτας
Δάσκαλος